Ο ραγοειδής χιτώνας είναι μια ενάγγεια, ινώδης στοιβάδα που προστατεύει το μάτι και είναι εξαιρετικά σημαντική για την θρέψη και την ανταλλαγή αερίων. Αποτελείται από τρία μέρη: Την ίριδα, το ακτινωτό σώμα και τον χοριοειδή χιτώνα. Όταν κάποιο από τα μέρη του ραγοειδούς χιτώνα φλεγμένεται, η κατάσταση αυτή αποκαλείται ραγοειδίτιδα.
Υπάρχουν τρεις τύποι ραγοειδίτιδας που προσβάλουν τρία διαφορετικά μέρη του ραγοειδούς χιτώνα. Οι φλεγμονές του ραγοειδούς καλούνται ραγοειδίτιδες. Μπορεί να διακριθούν, σε πρόσθιες (ιρίτιδα, όταν η φλεγμονή αφορά μόνο την ίριδα, ιριδοκυκλίτιδα, όταν αφορά και το ακτινωτό, σε διάμεσες, σε οπίσθιες και σε πανραγοειδίτιδα. Οι φλεγμονές μπορεί να είναι οξείες, υποξείες ή χρόνιες.
Η πρόσθια ραγοειδίτιδα είναι η πλέον συχνή μορφή ραγιειδίτιδας και συνήθως έχει τη μορφή ιριδοκυκλίτιδας. Τα συμπτώματα του ασθενούς είναι πόνος, φωτοφοβία και δακρύρροια, μείωση της όρασης. Το μάτι είναι κόκκινο, λόγα της έντονης υπεραιμίας, που παρουσιάζει η ίριδα και ο επιπεφυκότας. Η υπεραιμία αυτή αφορά τα αγγεία που βρίσκονται εν τω βάθει, ενδοσκληρικά και έχει χρώμα βαθύ ερυθρό και όχι ανοιχτό, όπως σε μια απλή υπεραιμία του επιπεφυκότα. Όσο δε πλησιάζουμε προς τον κερατοειδή γίνεται εντονότερη. Η κόρη παρουσιάζει μεταβολές στο μέγεθος και στην αρχή της προσβολής βρίσκεται σε μύση. Σε περίπτωση που αναπτυχθούν οπίσθιες συνέχειες μεταξύ ίριδας και φακού, η κόρη εμφανίζεται παραμορφωμένη. Είναι δυνατόν αυτές οι συνέχειες να αφορούν όλη την περιφέρεια της κόρης (κορικός αποκλεισμός), με αποτέλεσμα να διακοπεί η ροή του υδατοειδούς υγρού από τον οπίσθιο στον πρόσθιο θάλαμο, οπότε έχουμε αύξηση της ενδοφθάλμιας Στην ίριδα ο οφθαλμίατρος μπορεί να διαπιστώσει την παρουσία ιζημάτων και οζιδίων, μερικές φορές παθογνωμονικών. Η μείωση της όρασης οφείλεται στην εμφάνιση φλεγμονωδών στοιχείων στον πρόσθιο θάλαμο( μεταξύ οπισθίας επιφάνειας κερατοειδούς και προσθίας επιφάνειας της ίριδας) και στο υαλοειδές. Τα φλεγμονώδη αυτά στοιχεία μπορεί να είναι ερυθρά αιμοσφαίρια, φλεγμονώδη κύτταρα, πρωτεΐνη (Tyndall). Eίναι δυνατόν, σε σοβαρή προσβολή, ο οφθαλμίατρος να εντοπίσει την παρουσία ιζημάτων στον κερατοειδή ή και τη συλλογή πύου (υπόπυο) ή αίματος (λόγω ρήξης των αγγείων της ίριδας), το λεγόμενο ύφαιμα, στο κάτω μέρος του προσθίου θαλάμου.
Η οπίσθια ραγοειδίτιδα (καλείται και χοριοειδίτιδα), εμφανίζεται είτε σαν μεμονωμένη εστία, είτε με διάχυτο μορφή. Τα συμπτώματα είναι μυϊοψίες (αντίληψη ιπταμένων μυγών), οι φωταψίες και το αίσθημα διαταραχής της όρασης ( σαν να βλέπεις μέσα από ομίχλη). Σε περίπτωση που έχει προσβληθεί η ωχρά (το κεντρικό σημείο της όρασης), υπάρχει δραματική πτώση της κεντρικής όρασης. Δεν είναι όμως και σπάνιες οι περιπτώσεις όπου αποκαλύπτονται σε τυχαίο οφθαλμολογικό έλεγχο εστίες χοριοειδίτιδας, χωρίς ο ασθενής να αναφέρει κανένα σύμπτωμα στο παρελθόν.
Στη διάμεση ραγοειδίτιδα (pars planitis ή περιφερική ραγοειδίτιδα) τα συμπτώματα είναι παρόμοια με αυτά της οπίσθιας, συνήθως όμως η νόσος αρχίζει ήπια και επιδεινώνεται προοδευτικά.
Η ανεύρεση της αιτίας μιας ραγοειδίτιδας είναι από τα δυσκολότερα προβλήματα στην οφθαλμολογία. Σε πολλές περιπτώσεις δεν ανευρίσκεται αιτιολογία. Οι αιτίες που προκαλούν φλεγμονή του ραγοειδούς μπορεί να είναι εξωγενείς π.χ. μετά από τραύμα του οφθαλμού, διάτρηση του κερατοειδούς, μετά χειρουργική επέμβαση οπότε φλεγμονώδης παράγοντας εισέρχεται στον οφθαλμό ή ενδογενείς. Οι ενδογενείς φλεγμονές είναι αποτέλεσμα συστηματικών παθήσεων, μολυσματικών ( φυματίωση, σύφιλη, γονόρροια, βρουκέλλωση, τοξοπλάσμωση), αυτοάνοσων (νόσος Αδαμαντιάδη - Βehcet, σύνδρομο Reiter,ρευματοειδής αρθρίτιδα, αγκυλοποιητική σπονδυλαθρίτιδα), αλλά και άλλων παθήσεων, όπως η σαρκοείδωση, η νόσος του Crohn. Ραγοειδίτιδα μπορεί να προκληθεί και μ' επέκταση της φλεγμονής από τον κερατοειδή, το σκληρό ή και τον αμφιβληστροειδή.
Η θεραπεία της ραγοειδίτιδας γίνεται πολύ δύσκολη όταν δεν έχει βρεθεί ο αιτιολογικός παράγοντας. Εφαρμόζεται κολλύριο ατροπίνης συμπτωματικά, για τη μείωση του πόνου και την αποφυγή, λόγω της προκαλούμενης μυδρίασης, δημιουργίας οπισθίων συνεχειών, καθώς και κορτικοστεροειδή, με τη μορφή κολλυρίου ή ενέσεων παραβολβικά, για τον περιορισμό της φλεγμονής. Σε περίπτωση ανεύρεσης της αιτίας θα γίνει η ειδική συστηματική θεραπεία σε συνεργασία με τον παθολόγο.- Χρειάζεται συνεργασία του οφθαλμιάτρου με ειδικό ρευματολόγο ώστε η θεραπεία της παθήσεως να είναι ειδική για την πάθηση που προκάλεσε την ραγοειδίτιδα της όχι μόνο γενική (κορτιζόνη). Πολλές φορές όμως η αιτιολογία δεν βρίσκεται και έτσι η θεραπεία είναι κυρίως αντιφλεγμονώδη.
Ο ασθενής πρέπει πάντως να επισκεφθεί ειδικό οφθαλμίατρο που ασχολείται με την πάθηση.